αιτιώδης

[этиодис] εκ. причинный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αιτιώδης" в других словарях:

  • αἰτιώδης — resembling a cause masc/fem acc pl (attic epic doric) αἰτιώδης resembling a cause masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰτιώδης resembling a cause masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιτιώδης — ( ους), ες (Α αἰτιώδης) [αἰτία] αυτός που περιέχει, που κλείνει μέσα του την αιτία ενός πράγματος, ο αίτιος νεοελλ. φρ. «αιτιώδης σχέση», σχέση αιτίας και αποτελέσματος, αιτιότητα αρχ. 1. αυτός που μοιάζει με την αιτία ενός πράγματος, ο… …   Dictionary of Greek

  • αιτιώδης, -ης, -ες — γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η, αυτός που δείχνει την αιτία: Αιτιώδη σχέση λέμε τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰτιωδέστερον — αἰτιώδης resembling a cause adverbial comp αἰτιώδης resembling a cause masc acc comp sg αἰτιώδης resembling a cause neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιώδει — αἰτιώδης resembling a cause masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) αἰτιώδης resembling a cause masc/fem/neut dat sg αἰτιώδεϊ , αἰτιώδης resembling a cause dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιώδη — αἰτιώδης resembling a cause neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αἰτιώδης resembling a cause masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αἰτιώδης resembling a cause masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιῶδες — αἰτιώδης resembling a cause masc/fem voc sg αἰτιώδης resembling a cause neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιώδεις — αἰτιώδης resembling a cause masc/fem acc pl αἰτιώδης resembling a cause masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιωδεστέρου — αἰτιώδης resembling a cause masc/neut gen comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιωδῶν — αἰτιώδης resembling a cause masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.